Τρίτη, 12 Ιουνίου 2012

Άνοιξη


Εικόνες από το Primavera, κάτι παραπάνω από ένα φεστιβάλ


ΒΑΡΚΕΛΩΝΗ. Barcelona, mas que un club, κάτι παραπάνω από ένας σύλλογος. Και μπορεί ο Μέσι να αστόχησε από τα έντεκα μέτρα, μπορεί ο Μουρίνιο να αποδείχθηκε καλύτερος σκακιστής, μπορεί ο Γκουαρδιόλα να έφυγε από τον πάγκο, όμως η ομάδα της Καταλωνίας μάς έχει γοητεύσει όσο καμία, το ίδιο και η πόλη, το ίδιο και το φεστιβάλ της.
Ετήσιο τάμα
Το Primavera Sound Festival (φέτος 31 Μαΐου έως 2 Ιουνίου) είναι το ετήσιο τάμα (περίπου εκατό) χιλιάδων μουσικών προσκυνητών και το Parc Del Forum, πλημμυρίζει από ρυθμό, ήχους, χρώματα και νέες τάσεις.
Ασφαλώς, τα οικονομικά προβλήματα που φλερτάρουν προκλητικά και την Ισπανία, είχαν σαν αποτέλεσμα ένα λιγότερο ηχηρό line up με την έλλειψη μεγάλων ονομάτων (οι Cure το πιο ηχηρό), όμως η μουσική πολυφωνία, οι εκπλήξεις, οι συγκινήσεις και η φεστιβαλική διάθεση ύφαναν ένα πέπλο εκτόνωσης που ήρθε καλοδεχούμενο να τυλίξει όσους φόρεσαν το κίτρινο, φέτος, βραχιολάκι που επέτρεπε την είσοδο στη μουσική χώρα πίσω από τον καθρέφτη.
Οι Cure μας πήγαν πίσω στον χρόνο, όταν γράφαμε κασέτες με τη σκοτεινή ποπ τους και νιώθαμε ερωτευμένοι με τις Παρασκευές.
Σαν χρονοντούλαπο
Το χρονοντούλαπο άνοιξε και οι στίχοι έρχονταν στον νου για να ειπωθούν μαζί με τον Ρόμπερτ Σμιθ, καρικατούρα του παλιού του εαυτού, και να χορευτούν όπως τότε και όπως πάντα. Οι Franz Ferdinand με πολλές κιθάρες και ένα βρώμικο συνθεσάιζερ έκαναν τη μεγάλη σκηνή να χοροπηδά. This town is out of Control και ο σπασμωδικός χορός του Αλεξ Καπράνου είχε κάτι από Τζάρβις Κόκερ. Ο Ζακ Κόντον με τους Beirut ήταν σαν στο σπίτι του, ήταν στην Ευρώπη. Με τα χάλκινα και το γιουκαλίλι του να είναι οι ταξιδιωτικοί μας οδηγοί μάς έκανε μια περιήγηση τόσο στα Βαλκάνια όσο και στην παλιά Γαλλία και εμείς μεθύσαμε με τη ζεστή φωνή του να τραγουδά: Well it’s been a long time now, since I’ve seen you smile. Οταν ο Ira Kaplan των Yo La Tengo είπε πως το Primavera είναι το αγαπημένο του φεστιβάλ φάνηκε να το εννοεί αν αναλογιστεί κανείς το πάθος του πάνω στη σκηνή, τον τρόπο με τον οποίο δάμαζε την κιθάρα του και την έκανε να παραμιλά. Ο Warren Ellis σε ρόλο πρωταγωνιστή, χωρίς τους Bad Seeds και χωρίς τον Nick Cave να τον πλαισιώνει, ηγήθηκε των Dirty Three και το βιολί του βρέθηκε στην Post Rock και Ψυχεδέλεια γωνία.
Πολυφωνία
Η dream pop των Beach House εκφράστηκε δίπλα στη θάλασσα (της Μεσογείου), κάτω από το φεγγαρόφως και δεν μπορώ να σκεφτώ πιο ταιριαστό μέρος. Οι XX με τους ρομποτικούς τους ήχους μας μετέφεραν στα αγχωτικά και κλειστοφοβικά τους μονοπάτια. Οι Kings of Convenience, με άρωμα Simon and Garfunkel, τραγούδησαν με ακουστικές κιθάρες και μια χαρωπή, μελωδική απλότητα. Οι M83 ήταν αποκαλυπτικοί όταν κατάφεραν με τη δυναμική, ηλεκτρισμένη τους παρουσία, να ξεσηκώσουν τον πολύ κόσμο που βρέθηκε κάτω από τη σκηνή τους και να τον παρασύρουν σε έναν ξέφρενο, παγανιστικό χορό. Οι Justice με μεγάλα κέφια έκαναν το δικό τους εκκωφαντικό πάρτι, με την πλειοψηφία του φεστιβάλ να βρίσκεται στη μεγάλη σκηνή και να χορεύει παραδομένο στα δυνατά, εκρηκτικά beat των Γάλλων της electronica. Οι Neon Indian με τη δίψα και την όρεξη του νέου, φάνηκε να παίζουν με την ψυχή τους.
150 συγκροτήματα
Ηταν και άλλα συγκροτήματα και καλλιτέχνες (περίπου 150!) που δεν μπόρεσα να δω, που δεν έχω ακόμη συνειδητοποιήσει τι είδα ή που είδα χωρίς να μου αφήσουν κάποια πικάντικη γεύση. Ολα τους συνέβαλαν να γεμίσω αποσπάσματα και εικόνες.
Τις εικόνες του μυαλού μου από το φετινό Primavera δεν έχω προλάβει ακόμη να τις τακτοποιήσω. Κάποιες ίσως φθαρούν, άλλες ίσως κιτρινίσουν ή χαθούν. Είναι όμως κάποιες εικόνες που δεν θα αλλοιωθούν και που όσο περνάει ο καιρός τα χρώματά τους θα παραμείνουν έντονα, σχεδόν φωτεινά. Εικόνες γεμάτες μουσική, ένταση και συναισθήματα. Εικόνες από το Primavera. Primavera Sound, mas que un festival, κάτι παραπάνω από ένα φεστιβάλ.


Τρίτη, 8 Μαΐου 2012

plissken

Το Synch, που για περίπου μια δεκαετία, πρώτα στο Λαύριο και στη συνέχεια στην Τεχνόπολις, αναλάμβανε να παρουσιάσει στο αθηναϊκό κοινό τις παγκόσμιες μουσικές τάσεις της σύγχρονης μουσικής, σταμάτησε τις δράσεις του, όπως τόσα άλλα που δεν καταφέρνουν να επιβιώσουν ελλείψει πόρων. Το κενό που άφησε το Synch έρχεται να καλύψει ένα καινούργιο και φιλόδοξο φεστιβάλ που αισίως βρίσκεται στον δεύτερο χρόνο ύπαρξης. Το Plissken Festival, που φιλοξενείται το Σάββατο 12 Μαΐου στο Κτίριο 56 του Πολιτιστικού Κέντρου «Ελληνικός Κόσμος», συνθέτει ένα line up 24 καλλιτεχνών της σύγχρονης μουσικής σκηνής. Πρόκειται για ένα ολοήμερο φεστιβάλ που συνδυάζει live acts και DJ sets σε έναν industrial χώρο με δύο σκηνές που θα λειτουργούν ταυτόχρονα. Και αν αναλογιστούμε τα ονόματα που αναμένεται να εμφανιστούν, το Plissken δεν στερείται σε ποιότητα μουσικής από τα αντίστοιχα εναλλακτικά φεστιβάλ της Ευρώπης.
Το Plissken μάς προδιαθέτει για έντονες στιγμές. Τα live της αεικίνητης ηλέκτροπανκ περσόνας Peaches πάντα γίνονται αντικείμενο συζήτησης, η ηλεκτρισμένη Trip Hop των Notwist επιτέλους θα ακουστεί σε ελληνικό έδαφος, ο kid 606 αναμένεται να φλερτάρει προκλητικά με κάθε είδος ηλεκτρονικής μουσικής, από ambient μέχρι industrial metal, και ο dj και παραγωγός Αndrew Weatherall, που κρύβεται πίσω από τα ονόματα των New Order, Bjork, My Bloody Valentine κ.ά., χαρακτηρίζεται μία από τις σημαντικότερες φυσιογνωμίες της dance και το DJ set του αναμένεται ξεσηκωτικό. Εκπρόσωποι της εγχώριας σκηνής είναι οι Acid Baby Jesus, ένα ανερχόμενο συγκρότημα που ξεχώρισε στο εξωτερικό και βρέθηκε να περιοδεύει σε Ευρώπη και Αμερική. Αναλυτικότερα το line up με αλφαβητική σειρά είναι:  
Acid Baby Jesus (GR), Bong Ra (NL), Alan Braxe (FR), College (FR), Montana Cruz (CO), Dead Skeletons (IS), Drums of Death (UK), Forest Swords (UK), Joker (UK), Junior Boys (CA) | DJ Set
Kid606 (US), King Khan & The Shrines (CA), Liquid (UK), Rita Maia (PT), Male Bonding (UK), The Notwist (GE), Peaches (GE), Michael Rother w/ Camera (GE), Son of Kick (FR), Team Ghost (FR), Trigger Finger (BE), Villa (BE), Andrew Weatherall (UK), We Were Promised Jetpacks (UK)
http://www.plisskenfestival2012.com


Δευτέρα, 7 Μαΐου 2012

Kολομβία


Η Vampisoul είναι ένα μουσικό label που ακούραστα εξερευνά τη μαύρη μουσική. Με επιλογές από R’n’B μέχρι soul και από funk μέχρι αφρικανική ψυχεδέλεια, το label χαρακτηρίζεται από μια ευρεία πολυφωνία και από την τάση να σκαλίζει και να φέρνει στην επιφάνεια χαμένους θησαυρούς. Και αυτή τη φορά η Vampisoul εξόρυξε στην Κολομβία κάποια ξεχασμένα διαμάντια, τα επεξεργάστηκε και δημιούργησε τη συλλογή Afrosound of Colombia. Πάνω από 40 κομμάτια και περίπου τρεις ώρες μουσικής μάς ταξιδεύουν στα dancefloor της Κολομβίας του ’60 και του ’70, όπου η Salsa διαδέχεται την cumbia και το boogaloo έχει μια γερή δόση από tropical funk.
Τα κομμάτια της συλλογής είναι δημιουργήματα της Disco Fuentes ενός label που ιδρύθηκε το 1934 και εξελίχθηκε στο σημαντικότερο ανεξάρτητο label της Κολομβίας, συμβάλλοντας σε μεγάλο βαθμό στην άνθηση του afrosound ήχου.Ενας μεγάλος αριθμός καλλιτεχνών παρουσιάζεται σε αυτήν τη συλλογή, όμως το όνομα του Julio Enresto «Fruko» Estrada εμφανίζεται ξανά και ξανά στα credits. Το μεγάλο αστέρι της Disco Fuentes υπήρξε μουσικός, πολυοργανοπαίκτης, ηγέτης συγκροτημάτων, παραγωγός και τεχνικός και ήταν παρών στις πιο μεγάλες στιγμές της Afrosound εποχής. Ο Fruko συνδύασε το όνομά του με τους Fruko y Sus Tesos (11 τραγούδια στη συλλογή). Στη συλλογή δίνουν το όνομά τους οι Afrosound (9 τραγούδια) με τον cumbia amazοnica ήχο τους. Μεγάλη συμμετοχή έχουν και οι Wganda Kenya (7 τραγούδια). Και πέραν αυτών, ένας μεγάλος αριθμός λατινοαναθρεμμένων μουσικών σχημάτων με κομμάτια γεμάτα ρυθμό, ολοκληρώνουν το παζλ της Afrosound.Το Afrosound of Colombia δεν είναι απλώς χορευτική μουσική γεμάτη όμορφες και ηλιόλουστες στιγμές. Είναι μια διατριβή στη βινυλιακή αρχαιολογία.


Παρασκευή, 27 Απριλίου 2012

πάντα

Στα μάτια της χάνομαι. Κάποιες φορές κοιτάζω τα μάτια της και νιώθω να βλέπω τα πάντα. Όχι τα πάντα τα ζώα, αυτά τα αρκουδάκια. Εννοώ ότι βλέπω τα πάντα τα πράγματα. Δηλαδή ότι βλέπω όλα τα πράγματα. Αλλά όχι τα άσχημα πράγματα όπως σκοτωμούς, κακά κλπ. Βλέπω μόνο ωραία πράγματα, όπως λουλούδια, γυναίκες με ωραίο στήθος και τέτοια. Βέβαια, βλέπω και τα πάντα τα αρκουδάκια, γιατί και αυτά είναι στα ωραία πράγματα που μπορεί να δει κανείς. Είναι πολύ γλυκούλικα τα πάντα, τα αρκουδάκια. Αχ τα μάτια της!





Πέμπτη, 26 Απριλίου 2012

cummings

may i feel said he
(i'll squeal said she
just once said he)
it's fun said she
  
(may i touch said he
how much said she
a lot said he)
why not said she 
  
(let's go said he
not too far said she
what's too far said he
where you are said she)  


may i stay said he
which way said she
like this said he
if you kiss said she


may i move said he
is it love said she)
if you're willing said he
(but you're killing said she


but it's life said he
but your wife said she
now said he)
ow said she


(tiptop said he
don't stop said she
oh no said he)
go slow said she 
  
(cccome?said he
ummm said she)
you're divine!said he
(you are Mine said she)

Παρασκευή, 13 Απριλίου 2012

μωρά


Όταν ο Neil Gaiman πήγαινε σχολείο είχε εκφράσει σε έναν σύμβουλο επαγγελματικού προσανατολισμού την επιθυμία του να γράφει ιστορίες για κόμικ. Ο σύμβουλος του είπε να προσγειωθεί και πως σύμφωνα με το τεστ δεξιοτήτων θα γινόταν καλός λογιστής. Ευτυχώς ο Gaiman παράκουσε. Δες εδώ μια λιγότερη γνωστή δουλειά του. (κάνε κλικ στο εδώ)

Τρίτη, 3 Απριλίου 2012

επιθυμία


Στο Sandman, το σπουδαίο κόμικ δημιούργημα του Neil Gaiman, υπάρχουν, πέραν των δέκα βασικών τόμων που εξιστορούν το έπος του θεού των ονείρων, κάποιες συμπληρωματικές ιστορίες, spin offs, όπως λέγονται στον χώρο του κόμικ. Ένα από αυτά είναι το Endless Nights, αιώνιες νύχτες, στα ελληνικά από τις εκδόσεις Anubis. Πρόκειται για επτά διηγήματα που το κάθε ένα αφηγείται μια ιστορία από τους Αιώνιους: Dream, Death, Doom, Destiny, Delirium, Despair, Desire (=Όνειρο, Θάνατος, Όλεθρος, Πεπρωμένο, Παραλήρημα, Απόγνωση, Επιθυμία, τα πρωτότυπα ονόματα όλα ξεκινούν από D, κάτι που χάνεται στην ελληνική μετάφραση.) Όλοι τους απεικονίζουν μια σημαντική πτυχή της ανθρώπινης ύπαρξης και οι ιστορίες τους συνδυάζουν την απλότητα του παραμυθιού με τις ανατρεπτικές τάσεις της σύγχρονης μυθοπλασίας. Κάθε ιστορία του Gaiman έχει σχεδιάσει κάποιος διαφορετικός καλλιτέχνης και την ιστορία του Desire (=Επιθυμία) δε θα μπορούσε να έχει σχεδιάσει κάποιος άλλος καλύτερα από τον Milo Manara. Η Επιθυμία του Gaiman έγινε μια ερωτική ιστορία πάθους.


Η ερωτική επιθυμία δεν έχει βρει καλύτερο σχεδιαστή από τον Ιταλό σχεδιαστή και η επιθυμία να τον γνωρίσουμε γέμισε το αμφιθέατρο της Αμερικανικής Ένωσης στα πλαίσια του επιτυχημένου Comicdom. Ο Μανάρα, που έχει γυρίσει όλα τα μεγάλα comic festival του κόσμου (Angouleme, San Diego, κ.α.), θέλησε να συγχαρεί τα παιδιά που διοργανώνουν ένα τόσο πετυχημένο φεστιβάλ σε περιόδους κρίσης. Ο Ιταλός καλλιτέχνης συζήτησε με το κοινό για σχεδόν δύο ώρες. Η πρώτη ερώτηση που του έγινε αφορούσε την πιο πάνω συνεργασία του με τον Gaiman, καθώς είναι μια από τις πιο αξιόλογες συνευρέσεις ενός καθαρά ευρωπαίου δημιουργού σε ιστορία τους αμερικάνικης DC. Μίλησε για ώρα για τον Hugo Pratt. «Ήταν ζόρικος τύπος αλλά μιλούσαμε την ίδια ιταλική διάλεκτο γεγονός που μας έφερε πιο κοντά». Στάθηκε στις δημιουργίες που έκαναν μαζί, το El Gaucho και το Indian Summer, δύο ιστορίες με φόντο την βιαιότητα των αποικιοκρατών. Πήρε πολλά στοιχεία από τη δουλειά του Pratt και «κάποια στιγμή έκανα ένα οδοιπορικό στην λατινική Αμερική για να αναζητήσω τα χνάρια και τα βιώματα του Hugo Pratt.» Ανέφερε πως από τις πρώτες κοπέλες που πόζαραν για αυτόν ήταν η Μόνικα Μπελούτσι και η Κάρλα Μπρούνι (με την πρώτη διατηρεί ακόμη επαφή), κι ένα αμφιθέατρο ξέσπασε σε χάχανα όταν κάποιος ζήτησε τηλέφωνα και διευθύνσεις από τα μοντέλα που χρησιμοποιεί. Μετά τη συζήτηση υπόγραφε και σχεδίαζε ακούραστα για πάνω από τρεις ώρες.

Πέμπτη, 29 Μαρτίου 2012

γεράκι


Στο βιβλίο «Ανατομία του Αστυνομικού Μυθιστορήματος» (εκδόσεις Άγρα) αρκετοί από όσους υπογράφουν τα δοκίμια πάνω στη αξία (ή όχι) του αστυνομικού μυθιστορήματος αναφέρουν το Γεράκι της Μάλτας (εκδόσεις Μεταίχμιο) ως μία από τις σπουδαίες αστυνομικές ιστορίες. Ιδιαίτερη μνεία γίνεται στην πρώτη παράγραφο του βιβλίου και την εισαγωγή του ήρωα Σαμ Σπέιντ στους αναγνώστες. Το μάτια του σχημάτιζαν ένα V, τα φρύδια του σχημάτιζαν ένα V, το σαγόνι του σχημάτιζε ένα V. Το V της κακίας, του eVil, των Villains. Το V της Cruella de Vil, του Darth Vader, του Voldemort.

Μπορεί οι ευρωπαίοι συγγραφείς αστυνομικών να είναι λιτοί με τη βία δίνοντας προσοχή στον κοινωνικό περίγυρο της ιστορίας (ένας φόνος το απαραίτητο και ίσως κάποιος δεύτερος για να καλύψει τον πρώτο, αλλά συνήθως ως εκεί), όταν οι Αμερικάνοι αναλαμβάνουν μια αστυνομική ιστορία το θέμα συχνά καταλήγει σε μακελειό σκοτωμών και ο ήρωας εκτός από κοφτερό μυαλό χρειάζεται να είναι καλός με τα όπλα και δυνατός στις μπουνιές.

Ο ήρωας του Χάμετ, Σαμ Σπέιντ, είναι ένας ιδιωτικός Ντεντέκτιβ χωμένος σε ένα σκοτεινό και άνομο περιβάλλον και για να επιβιώσει και να βρει τους ενόχους πρέπει να ελιχθεί επιστρατεύοντας κάθε μέσο. Απειλεί, λέει ψέματα, κάνει κομπίνες, συμφωνίες με τη σκοτεινή πλευρά των πραγμάτων, κλπ, που αν έβλεπαν ο Ντύπεν και ο Σέρλοκ Χολμς θα έχαναν κάθε ιδέα για το μυθιστορηματικό είδος που όρισαν. Ανήκει στου γοητευτικούς ήρωες της Αμερικανικής μαφίας στις αρχές του προηγούμενου αιώνα, που συνυπήρξαν με μοιραίες γυναίκες, που στην αρχή υποδύονταν fame fragile, μέχρι που αποδείχτηκαν fame fatale. Ο Σαμ Σπέιντ, ο Φίλιπ Μάρλοου είναι ήρωες καθάρματα που φλερτάρουν με την παρανομία, που είναι κακό τσιμπούρι για την αστυνομία και που ο εγωισμός τους δεν τους επιτρέπει να δουν τα λάθη τους. Ήρωες που ενσαρκώθηκαν με τον Μπόγκαρντ, το πιο περιζήτητο αρσενικό του ασπρόμαυρού Χόλυγουντ. Ο Μπόγκαρντ έθεσε τα πρότυπα εκείνης της γενιάς. Ο άντρας πρέπει να είναι σκληρός, αλύγιστος, και να μην υποκύπτει στα νάζια μιας γυναίκας. Αρκετά χρόνια αργότερα τα πράγματα άλλαξαν όταν βγήκε στους κινηματογράφους το «Κάτι τρέχει με τη Μαίρη».


Τρίτη, 27 Μαρτίου 2012

μάθημα


Κάποια ασυνήθιστη μέρα ένας δάσκαλος φέρνει ένα πικ απ από το σπίτι και βάζει στην τάξη κλασσική μουσική. Λέει στα παιδιά να ζωγραφίσουν ό,τι νιώθουν. Άλλα ζωγραφίζουν ότι πετούν, άλλα ότι βρίσκονται στη πλάτη ενός ελέφαντα. Κάποια νιώθουν ότι κολυμπούν μαζί με δελφίνια και άλλα ότι δαμάζουν λιοντάρια. Κάποια κάνουν τις πιο όμορφες ζωγραφιές, ενώ κάποια άλλα βαριούνται τη ζωή τους. Σίγουρα, η μέρα στο σχολείο είναι ασυνήθιστη και εξιστορείται καλύτερα από τις λέξεις του Κόλιν Μακ Νάτον και τις ζωγραφιές του Σατόσι Κιταμούρα. Το παραμύθι "μια ασυνήθιστη μέρα στο σχολείο" είχε εκδοθεί από τις εκδόσεις Μεταίχμιο αλλά τείνει από εξαφάνιση και ίσως είναι πιο εύκολο να το βρείτε στην αγγλική έκδοση από το άμαζον ή κάτι τέτοιο.


ένας άλλο δάσκαλος μαθαίνει στα παιδιά τι είναι η dubstep. Εδώ δεν ζωγραφίζει κανείς...

Δευτέρα, 26 Μαρτίου 2012

ειρωνεία

θύελλα


Το κόμικ στην Ελλάδα ήταν πάντα ένας χώρος πολυτάραχος. Όλες οι προσπάθειες εξυγίανσης και προώθησης της 9ης τέχνης έπρεπε να περάσουν τα χίλια κύματα για να επιβιώσουν και συχνά χτυπούσαν σε ύφαλο και έβρισκαν τέλος. Το περιοδικό της Βαβέλ σταμάτησε να κυκλοφορεί και μαζί με αυτό χάθηκε το φεστιβάλ της, ένα από τα πιο ωραία φθινοπωρινά ραντεβού. Η Βαβέλ έγινε το διμηνιαίο MOV που σταμάτησε να κυκλοφορεί από το περασμένο Καλοκαίρι μετά από λίγα τεύχη. Το περιοδικό «Παρά Πέντε» και οι εκδόσεις Ars Longa ανήκουν πλέον στο ξεχασμένο παρελθόν και το εβδομαδιαίο «9» της Ελευθεροτυπίας χάθηκε όπως τόσα άλλα από αυτή τη μάστιγα της οικονομικής κρίσης.Όμως, ως άλλο γαλατικό χωριό που δε λέει να σβήσει από τον χάρτη, υπάρχουν κάποιοι εκδότες που επιμένουν να τοποθετούν στα ράφια των βιβλιοπωλείων αξιόλογες δουλειές της παγκόσμιας αλλά και εγχώριας κόμικ σκηνής. Οι εκδόσεις ΚΨΜ, ο Κορμοράνος, η Jemma Press, οι εκδόσεις Zoobus, και βέβαια οι Εκδόσεις Anubis, μαζί με όποιες προσπάθειες γίνονται από εκδοτικούς οίκους (Πατάκης, Μεταίχμιο, κ.α.) που συμπεριλαμβάνουν περιστασιακά ορισμένες κόμικ επιλογές στο εκδοτικό τους πρόγραμμα, έχουν αναλάβει να συμπληρώνουν το παζλ των βιβλιοπωλείων με τις επιλογές τους από τον αχανή ωκεανό των κόμικ. Έναν ωκεανό που παραμένει ανεξερεύνητος, έναν ωκεανό που θα πλημμυρίσει με τα πολύχρωμα νερά του την Ελληνοαμερικανική Ένωση στη Μασσαλίας από την Παρασκευή 30 Μαρτίου μέχρι την Κυριακή 1η Απριλίου. Η πλημμύρα λέγεται comicdom. Ο εκλεκτός φετινός καλεσμένος είναι ο Μίλο Μανάρα.


Μετά από βόλτα μου στα βιβλιοπωλεία για να βρω κόμικ του Μανάρα έτσι ώστε να του δώσω πολλές σελίδες όταν στηθώ στην ουρά περιμένοντας να υπογράψει και ελπίζοντας να σχεδιάσει κάποια λαχταριστή γκομενάρα που θα είναι μόνο δικιά μου, που θα τη βλέπω μόνο εγώ γυμνή, το μόνο που έβρισκα ήταν το X-Girls (Jemma Press).

Ένοχη απόλαυση όταν ξεφυλλίζεις ένα κόμικ του Μίλο Μανάρα. Οι όμορφες γυναίκες του, οι τέλειες καμπύλες, τα λεπτά, εύθραυστα πρόσωπα, τα μάτια τους όταν σε κοιτούν. Αισθησιασμός, εικόνα που φλερτάρει με την πορνογραφία, που διατηρεί, όμως, μία λεπτότητα, έναν ερωτισμό που μαγνητίζει και ταξιδεύει τον αναγνώστη. Ο Ιταλός σχεδιαστής, που έμαθε να σχεδιάζει δίπλα στον Hugo Pratt, που έμαθε να δίνει μία κινηματογραφικότητα στα κόμικ του δίπλα στον Φριντερίκο Φελίνι, αυτή τη φορά δοκίμασε κάτι καινούριο. Σχεδίασε μια περιπέτεια για τη Marvel με τίτλο «τα κορίτσια το έσκασαν» που κυκλοφόρησε πρόσφατα στα ελληνικά από τις εκδόσεις Jemma. Τα κορίτσια των X-Men, Η Μάρβελ Γκερλ, η Σαϋλοκ, η Έμμα Φροστ, η Ρογκ, η Σάντοουκατ, και οι λοιπές μεταλλαγμένες με τις ζηλευτές υπερδυνάμεις σχεδιάστηκαν από τα πινέλα του Μανάρα για μια ιστορία που συνδυάζει τον ερωτισμό του σχεδιαστή και έναν κυκεώνα δράσης κατευθυνόμενο από τον Chris Claremont, έναν παλαίμαχο σεναριογράφο των X-Men. Οι δυο τους συνεργάστηκαν με τρόπο που μόνο στον θαυμαστό κόσμο των κόμικ συμβαίνει. Χωρίς ποτέ να συναντήσουν προσωπικά ο ένας των άλλον. Απλά, ο Chris Claremont, έκοψε και έραψε ένα σενάριο στα μέτρα του Μανάρα και του το έστειλε. «Ο Κρις είχε την ευγενή καλοσύνη όχι μόνο να μου προτείνει σχεδόν αποκλειστικά γυναικείους χαρακτήρες, αλλά επίσης, κατά τη διάρκεια σχεδόν όλης της ιστορίας, να τους στερήσει τις υπερδυνάμεις τους και τις στολές τους. Οι λάτρεις των κεραυνών και των τηλεκινητικών επιθέσεων πιθανόν να απογοητευτούν, αλλά εγώ εκτίμησα πραγματικά την εξυπνάδα του Κρις: μου επέτρεψε να μπω στο σύμπαν του χωρίς να εγκαταλείψω τελείως το δικό μου» λέει ο Μίλο Μανάρα στην εισαγωγή του βιβλίου. Έτσι οι ηρωίδες της Marvel που πρωταγωνιστούν παρουσιάζονται πιο θελκτικές από ποτέ και, πλέον των υπερδυνάμεών τους, χρησιμοποιούν την ακαταμάχητη γοητεία τους για να ξεφύγουν από τα δεινά που τους επιφυλάσσει το δύσκολο έργο του να είσαι σούπερ-ήρωας.


Σάββατο, 24 Μαρτίου 2012

santa Maradona


Τα πίνω στο Τριφασικό, κάπου χωμένο στο Μεταξουργείο. Μπίρες και ψιλή κουβεντούλα. Με δυο φιγούρες να με κοιτούν. Τη φιγούρα ενός σκύλου και ενός θεού. Ο σκύλος είναι μπροστά σε έναν αυτόματο πωλητή ναρκωτικών. Είναι έργο του Λέανδρου, κομίστας που συστήθηκε στο ευρύ κοινό με το 9 της Ελευθεροτυπίας. Κάθε εβδομάδα περιμέναμε να διαβάσουμε την Χωματερή του (υπάρχει ακόμη στα ράφια των βιβλιοπωλείων σε συλλογική έκδοση από την Ελευθεροτυπία). Κάθε φορά λίγες σελίδες από ένα βασίλειο σκουπιδιών όπου η κυριαρχούσε η παράνοια. Η χωματερή ήταν μια τρελή εκδοχή της παρανοϊκής καθημερινότητας όπου τα μυρμήγκια ήταν μιλιταριστικά στρατιωτάκια, οι γλάροι είχαν βαρεθεί να κυνηγούν ψάρια και την έβγαζαν με τα έτοιμα (τα σκουπίδια), τα ποντίκια βρίσκονταν σε νευρικό κλονισμό, και οι κατσαρίδες είχαν το ρόλο καμικάζι. Όταν ο Λέανδρος σταμάτησε ξαφνικά να δημοσιεύει τη χωματερή, άρχισαν τα γράμματα προς τους συντάκτες του 9. Μα που πήγε; ρωτούσαν όλοι…


Η άλλη φιγούρα στο Τριφασικό είναι ενός θεού με τη μπάλα στα πόδια που εφορμά. Είναι η φιγούρα του Μαραντόνα. Κι όσο στη μουσική υπάρχει το Beatles VS Rolling Stones, στο ποδόσφαιρο υπάρχει το Πελέ VS Μαραντόνα και είναι κάτι περισσότερο από ένα δίλημμα. Είναι, νομίζω, μια οπτική για την αντίληψη των πραγμάτων και του θεμιτού. Επιλέγω Μαραντόνα.Ο Πελέ ήταν ο ωραίος τύπος, ένας δεξιοτέχνης, μία αρτίστα του ποδοσφαίρου. Έπαιζε σαν μπαλαρίνα και ήταν αγαπητός. Εξελίχθηκε σε έναν κομψό τύπο, το μοσχαναθρεμμένο της Fifa. Εκνευριστικά πετυχημένος. Σχεδόν βαρετός. Από την άλλη ο Μαραντόνα ήταν ένας καταραμένος θεός. Ένας Ολύμπιος θεός με πάθη και εγωισμό. Και ήταν σε εκείνο το παιχνίδι με την Αγγλία, στον ημιτελικό του παγκοσμίου κυπέλλου που με τα δύο του γκολ σκιαγράφησε τον πορτρέτο του. Με τα δύο του γκολ μας συστήνεται.Γκολ πρώτο. Ο Μαραντόνα πηδάει, σηκώνει το χέρι, και βάζει γκολ. Ήταν το χέρι του θεού. Το πιο διάσημο παράνομο γκολ από έναν καταζητούμενο ποδοσφαιριστή. Τον Μαραντόνα της ντόπας και των ναρκωτικών. Τον Μαραντόνα των απολαύσεων και της ματαιοδοξίας.Γκολ δεύτερο. Ο Μαραντόνα παίρνει την μπάλα πίσω από την σέντρα και αδειάζει ξεφτιλίζοντας ολόκληρη την αγγλική άμυνα. Ένα εκρηκτικό πηγαίο ταλέντο πέρα από κάθε αμφισβήτηση. Ένας βασιλιάς μπαλαδόρος. Ένας ηγέτης.

Πέμπτη, 22 Μαρτίου 2012

η Άννα δεν υπάρχει πια, την πάτησε το τρένο...


Αυτοκτονία. Ήρωες βιβλίων, δευτερεύοντες και κύριοι, αναζητούν τη λύτρωση με τον πιο εύκολο τρόπο, με τον πιο δύσκολο τρόπο. Αυτοκτονικοί παραλογισμοί που ξεκινούν όταν στερεύουν τα αποθέματα δύναμης, όταν χάνεται η ελπίδα. Τελειώνοντας την Άννα Καρένινα με το αυτοκτονικό τέλος της ηρωίδας, συνειρμικά ήρθαν στο μυαλό μου οι μυθοπλαστικές (;) αυτοχειρίες που έχω συναντήσει διαβάζοντας. Είναι ένα δραματικό κουβάρι χωρίς άκρη, είναι ένα δραματικό κουβάρι με πολλές άκρες.

Στο δεύτερο μέρος της Τριλογίας της Κρίσης του Πέτρου Μάρκαρη με τίτλο Περαίωση μια παρέα συνταξιούχων αυτοκτονεί. Δεν αντέχουν την ειρωνεία της μηδαμινής σύνταξης «ζήστε με αυτά». Οι συνταξιούχοι δεν αντέχουν να ζουν σε μια κοινωνία που τους θεωρεί παράσιτα. Στο ίδιο βιβλίο του Μάρκαρη αυτοκτονούν και νέα παιδιά. Πιασμένα χέρι χέρι στην Ακρόπολη, στο σύμβολο του πολιτισμού, οποία ειρωνεία. Τα νέα παιδιά δεν αντέχουν (σε) μια χώρα που δε τους αφήνει να ονειρεύονται. Να σου χαλάνε το όνειρο κι εσύ να τους αφήνεις; Τραγουδά ο Θανάσης Παπακωνσταντίνου. Ο Μάρκαρης επιμένει με τις αυτοκτονίες. Στο βιβλίο του ο Τσε Αυτοκτόνησε βάζει τα θύματά του να αυτοκτονούν παραδομένα σε έναν serial killer. Θέτουν τέλος μόνοι τους, σκοτώνονται για να μην σκοτωθούν. Ο (όχι και τόσο) βλάκας του Μάρτιν Παζ προσπάθησε να δοκιμάσει την αυτοκτονία ως διέξοδο σε έναν ανόητο κόσμο, όμως, τελευταία στιγμή κώλωσε. Άλλαξε γνώμη επειδή φοβάται τα αίματα και προτίμησε να γίνει βλάκας για να αφομοιωθεί. Αιώνιό μου δίλημμα. Μοναξιά ή Βλακεία; Ο ήρωας του Παζ θα βρεθεί στο club αυτοκτονιών. Σε περίοπτη θέση βρίσκονται δύο πορτρέτα, αυτό της Μερλίν Μονρό και του Έρνεστ Χέμινγουεϊ. Ο συγγραφέας του «ο Γέρος και η Θάλασσα», του γέρου με τα ατελείωτα αποθέματα ζωής - ποιος έχει ανάγκη από τύχη; Θα φτιάξω τη δικιά μου τύχη – έδωσε ο ίδιος τέλος στη ζωή του.

Στο Ίνκαλ, σε ένα μακρινό μέλλον όπου ο κόσμο σαπίζει από την παρακμή και αναζητά έναν νέο μεσσία, ο Μοέμπιους με τον Γιοντορόφσκι , οργανώνουν μαζικές αυτοκτονίες. Ένας έπεσε από ένα κτίριο (άθελά του) και ακολουθεί μια ομαδική βροχή από όσους αμφιταλαντεύονται. Τραγικά αστείο. Στην αρχαιοελληνική τραγωδία του Old Boy ο ηθικός αυτουργός δεν αντέχει την ντροπή, δεν αντέχει τις τύψεις. Και μπαμ! Ο ήρωας του Φίλιπ Ροθ στην ταπείνωση δεν αντέχει την ήττα, δεν αντέχει τη ζωή του που δύει, δεν αντέχει να κοιτάξει το πρόσωπό του στον καθρέφτη για να δει μια αστεία καρικατούρα του παλιού του εαυτού. Η Μαρίνα του Καραγάτση άφησε το πάθος της να την παρασύρει, κατέστρεψε μια οικογένεια, αυτοχρείστηκε καταραμένη και ο γκρεμός δεν ήταν μία αδιέξοδος. Με ένα παρελθόν και ένα παρόν οργασμικά δύσβατο, είδε τον γκρεμό μονόδρομο. Θάνατος σταθερός πέρα από τον έρωτα γράφει ο Μάρκεζ. Στο Θανατάδικο της Άλισον Μπέχτελ η μικρή Άλισον προσπαθεί να ανακαλύψει το λόγο που το φορτηγό έκανε πίτα τον πατέρα της. Ήταν ατύχημα; Ή σκόπιμο; Προσπαθεί αναδρομικά να φέρει στο νου τα αναγνώσματα του πατέρα της και το λογοτενχικό πινγκ πονγκ που οι δυο τους έπαιζαν. Ο μπαμπάς της αρεσκόταν σε έναν κόσμο του υπέροχου Γκάντζμπι και του Σκοτ Φιτζέραλντ και ίσως ο καθωσπρεπισμός μιας μικρής κοινωνίας τον έπνιγε ασφυκτικά. Γιατί διάβαζε με τόση προσήλωση τον ευτυχισμένο θάνατο του Καμύ; Γιατί είχε σε τόσο διακεκριμένη θέση την Άννα Καρένινα; Μήπως επειδή είχαν ίδιο τέλος; Τρένο και φορτηγό, η ίδια λύτρωση. Που θέλω να καταλήξω; Δε θέλω να καταλήξω κάπου. Δε θέλω να καταλήξω. Μου αρέσει πολύ όταν ξημερώνει.

Τρίτη, 20 Μαρτίου 2012

Hugo: ένα βιβλίο, μία ταινία, ένα τραγούδι


Στην εφεύρεση του Ουγκό Καμπρέ,(εκδόσεις Πατάκη) ο Μπράιαν Σέλζνικ λέει στον αναγνώστη «θέλω να φανταστείτε τον εαυτό σας καθισμένο στο σκοτάδι, όπως όταν ξεκινάει μια κινηματογραφική ταινία.» Αυτό κάνω, ξεφυλλίζω το βιβλίο και ανοίγει η αυλαία του κινηματογράφου. Νιώθω να βρίσκομαι σε μια ιδιωτική προβολή. Οι ζωγραφιές του Σελζνίκ, χωρίς λόγια, ξεκινούν την αφήγηση: Το Παρίσι του μεσοπολέμου ζωντανεύει και ακολουθώ την ιστορία ενός μικρού ορφανού αγοριού, του Ουγκό, που κουρδίζει τα ρολόγια στον σιδηροδρομικό σταθμό της γαλλικής πρωτεύουσας. Μετά από διάφορα παιχνίδια της μοίρας, ο Ουγκό γνωρίζει έναν μυστηριώδη παιχνιδοπώλη και ένα εκκεντρικό κορίτσι που λατρεύει τα βιβλία. Η κρυφή ζωή του αγοριού και το πιο πολύτιμο μυστικό του κινδυνεύουν να αποκαλυφθούν. Ο δημιουργός του βιβλίου Μπράιν Σέλζνικ, χτίζει διάφορους γοητευτικούς ήρωες και τους μπερδεύει σε ένα γαϊτανάκι αποκαλύψεων για να πει ένα μεγάλο «ευχαριστώ» στον Ζωρζ Μελιές και τον τρόπο που τον έκανε να ονειρεύεται, με τη μηχανή των ονείρων, τον κινηματογράφο.

Στο βιβλίο ο λόγος και εικόνα συνυπάρχουν με την ίδια βαρύτητα για την επίτευξη αφήγησης. Ο Σέλζνικ, ένας βραβευμένος εικονογράφος, έχει σχεδιάσει σχεδόν το μισό μέρος της πλοκής. Ζωγραφιές και κείμενο μοιράζονται τον ίδιο όγκο από τις περίπου 600 σελίδες του τόμου. Οι ζωγραφιές, με τόση λεπτομέρεια σχεδιασμένες, και με τόσο κινηματογραφικό τρόπο διαδοχικά βαλμένες, θυμίζουν βουβή ταινία που διακόπτεται για να εμφανιστούν τα καρέ με το κείμενο από τα λόγια των ηρώων. Οι ήρωες, τόσο προσφιλείς και τόσο αθώοι. Ερωτευμένοι με το σκοτάδι του κινηματογράφου και τη μυρωδιά των παλιών βιβλίων. Ένας έρωτας που θα τους παραδώσει στις μανίες τους: ο μικρός Ουγκό, ένας εν δυνάμει σινεφίλ, κάποτε ένα σκηνοθέτης (;) γοητεύεται από τον κόσμο των ονείρων που ζωντανεύει μπρος στα μάτια του, στη μεγάλη οθόνη. Η μικρή φίλη του, μία βιβλιοφάγος, μία μελλοντική παθιασμένη αναγνώστρια, μία φιλόδοξη συγγραφέας (;) που της αρέσει να χάνεται πίσω από στοίβες βιβλίων.


Βιβλίο και κινηματογράφος. Τι όμορφος συνδυασμός. Εκεί που τελειώνει το ένα αρχίζει το άλλο. Εκεί που τελειώνει το βιβλίο του Ουγκό, ξεκινά η ταινία του Χιούγκο.

Ο ξεχωριστός τρόπος που επέλεξε να πει «ευχαριστώ» στον Ζωρζ Μελιέ ο συγγραφέας και σχεδιαστής, ενέπνευσε τον Μάρτιν Σκορτσέζε για να κάνει την πρώτη του τρισδιάστατη ταινία. Στην βραβευμένη με πέντε Όσκαρ κινηματογραφική μεταφορά (διακρίσεις στον τομέα της τεχνολογίας κυρίως) ο Σκορτσέζε κόβει και ράβει το βιβλίο του Σέλζνικ, πειράζει λίγο τους ήρωες, (για παράδειγμα προσθέτει έναν κωμικό Επιθεωρητή- Σάσα Μπάρον Κοέν που δεν υπάρχει στο βιβλίο) και το μπολιάζει με αυτούσιες σκηνές από τις ταινίες του Μελιές, χρησιμοποιώντας, πάντα, την σύγχρονη τρισδιάστατη τεχνολογία. Το αποτέλεσμα: Ένα παραμυθένιο ταξίδι στις απαρχές του κινηματογράφου. Πόσο οξύμωρο φαντάζει, όμως, το ότι ο Σκορτσέζε χρησιμοποίησε τη σύγχρονη τρισδιάστατη τεχνολογία (χωρίς να πλησιάσει το Άβαταρ) για να μας θυμίσει πόσο όμορφη και γοητευτική ήταν η απλότητα των πρώτων κινηματογραφικών ταινιών.

Και μπορεί η μουσική της ταινίας να στριφογυρίζει γύρω από την Jazz και το Swing του μεσοπολέμου, διαβάζοντας το βιβλίο και βλέποντας την ταινία, στο soundtrack του μυαλού μου ήταν οι Smashing Pumpkins. Παράλογο θα πει κανείς, μα ήταν το Tonight, Tonight (από το Mellon Collie and the Infinite Sadness του 1995) το τραγούδι που σιγοψιθύριζα στον Ουγκό. Με το βιντεοκλίπ του Tonight, ο Billy Corgan και η παρέα του με είχαν τότε ταξιδέψει πρώτοι στον κόσμο του Μελιές. Με είχαν πάει στο χαμογελαστό φεγγάρι για να αντιμετωπίσω εξωγήινους με όπλο μια ομπρέλα, με είχαν βυθίσει στην πυθμένα τις θάλασσας για να συναντήσω γοργόνες και είχα σωθεί από ένα πλοίο που έτυχε να περνάει. Το πλοίο λεγόταν S.S. Mellies.

Κυριακή, 18 Μαρτίου 2012

no more moebius



Ο πατέρας του Υπολοχαγού Μπλούμπερι, Jean Giraud, ή Moebius όπως τον γνώριζαν οι περισσότεροι, έφυγε από τη ζωή στο Παρίσι σε ηλικία 73 ετών μετά από μακρά ασθένεια αφήνοντας πίσω του ένα σπουδαίο έργο στο χώρο των κόμικ, αλλά και της επιστημονικής φαντασίας.
Ο μικρός Ζαν Ζιρό επιδεικνύοντας το ταλέντο του από την παιδική του ηλικία, όταν σχεδίαζε ακατάπαυστα καουμπόηδες και ινδιάνους, σπούδασε στη Σχολή Εφαρμοσμένων Τεχνών. Τα πρώτα του σχέδια που δημοσιεύτηκαν ήταν για τη διαφήμιση και τη μόδα, ήταν όμως οι εικονογραφημένες ιστορίες που τον γοήτευσαν και που θέλησε να γοητεύσει.
Επιστρέφοντας από τον πόλεμο της Αλγερίας, δημοσίευσε μια σειρά γουέστερν στο περιοδικό "Spirou", μετά στο "Pilote" και στη συνέχεια ξεκινά τις περιπέτειες του υπολοχαγού Μπλούμπερι, ενός από τους πρώτους αντί-ήρωες στο χώρο του γουέστερν κόμικ, που του χάρισαν φήμη.

Ο Giraud χρησιμοποίησε για πρώτη φορά το όνομα Moebius το 1963 για μια σειρά μικρών ιστοριών που εκδόθηκαν από το περιοδικό Hara-Kiri. Ο τρόπος που ο δημιουργός άλλαζε το όνομά του - υπέγραφε άλλοτε ως Jean Giraud, άλλοτε ως Moebius, αλλά και ως Gir - το αποδίδει στην μπερδεμένη και δύσκολη παιδική ηλικία που του άφησε ο άσχημος χωρισμός των γονιών του.
Στα χρόνια που ακολούθησαν ο Moebius έγινε παγκοσμίως γνωστός χάρη στην ξεχωριστή καλλιτεχνική του τεχνοτροπία και τη δουλειά του πάνω στην επιστημονική φαντασία. Στα έργα του πάντρευε την ρεαλιστική αφήγηση του Ερζέ (Τεν Τεν) με τον φουτουρισμό του Φίλιπ Ντικ. Ενέπνευσε και επηρέασε το χώρο της επιστημονικής φαντασίας και συγκεκριμένα καλλιέργησε ένα είδος που χαρακτηρίζεται με τον όρο κυβερνοπάνκ (λογοτεχνικό και κινηματογραφικό είδος που άνθισε από τις αρχές του 70 μέχρι τα τέλη του 80 με αναφορές στον υπόκοσμο της υψηλής τεχνολογίας του άμεσου μέλλοντος, σε δολοπλοκίες που αφορούν προϊόντα πληροφορικής, τηλεπικοινωνιών και γενετικής, συνήθως σε περιβάλλον δυστοπικό και σκοτεινό με πολλές κοινωνικές διαφορές.) Υπήρξε συνιδρυτής των εκδόσεων Les Humanoïdes Associés και του περιοδικού Métal Hurlant, το οποίο τελικά θα αποτελέσει έναν από τους σημαντικότερους σταθμούς για τα κόμικ φαντασίας και τρόμου, και αργότερα θα εκδοθεί και στην Αμερική ως Heavy Metal.

Η συνάντηση και η συνεργασία του Moebius με τον Alejandro Jodorowsky υπήρξε κομβικό σημείο για την εξέλιξη των κόμικ και της επιστημονικής φαντασίας γενικότερα. Τα δύο δημιουργικά τέρατα επινόησαν το Ίνκαλ (Είχε κυκλοφορήσει τη δεκαετία του 90 στα ελληνικά από τις εκδόσεις Μαμούθκόμιξ, αλλά υπάρχει σε συλλογική έκδοση στα αγγλικά.) Πρόκειται για ένα από τα σπουδαιότερα έργα επιστημονικής φαντασίας στα κόμικ, που ενέπνευσε τον Λικ Μπεσόν να κάνει το Πέμπτο Στοιχείο, και είναι η πρώτη ιστορία που διαδραματίζεται στο Jodoverse, το αχανές σύμπαν που γέννησε το μυαλό του Jodorowsky. (Θα ακολουθήσει το έπος των Μεταβαρόνων, αυτή τη φορά με τα σχέδια του Juan Giménez). Από τότε ο Moebius και ο Jodorowsky χαρακτηρίστηκαν ως αυθεντίες της επιστημονικής φαντασίας και κλήθηκαν να βοηθήσουν στη δημιουργία πολλών γνωστών ταινιών αυτού του είδους, όπως το Dune, το Alien, το Masters of the Universe και το Tron. Ο δημιουργός του πολέμου των άστρων, Τζορτζ Λούκας, έχει δηλώσει «εντωπωσιασμένος αλλά και επηρεασμένος από την ιδιαίτερη αίσθηση του σχεδιασμού του και τον διακριτικό τρόπο με τον οποίο απεικονίζει το φανταστικό»