Πέμπτη, 29 Μαρτίου 2012

γεράκι


Στο βιβλίο «Ανατομία του Αστυνομικού Μυθιστορήματος» (εκδόσεις Άγρα) αρκετοί από όσους υπογράφουν τα δοκίμια πάνω στη αξία (ή όχι) του αστυνομικού μυθιστορήματος αναφέρουν το Γεράκι της Μάλτας (εκδόσεις Μεταίχμιο) ως μία από τις σπουδαίες αστυνομικές ιστορίες. Ιδιαίτερη μνεία γίνεται στην πρώτη παράγραφο του βιβλίου και την εισαγωγή του ήρωα Σαμ Σπέιντ στους αναγνώστες. Το μάτια του σχημάτιζαν ένα V, τα φρύδια του σχημάτιζαν ένα V, το σαγόνι του σχημάτιζε ένα V. Το V της κακίας, του eVil, των Villains. Το V της Cruella de Vil, του Darth Vader, του Voldemort.

Μπορεί οι ευρωπαίοι συγγραφείς αστυνομικών να είναι λιτοί με τη βία δίνοντας προσοχή στον κοινωνικό περίγυρο της ιστορίας (ένας φόνος το απαραίτητο και ίσως κάποιος δεύτερος για να καλύψει τον πρώτο, αλλά συνήθως ως εκεί), όταν οι Αμερικάνοι αναλαμβάνουν μια αστυνομική ιστορία το θέμα συχνά καταλήγει σε μακελειό σκοτωμών και ο ήρωας εκτός από κοφτερό μυαλό χρειάζεται να είναι καλός με τα όπλα και δυνατός στις μπουνιές.

Ο ήρωας του Χάμετ, Σαμ Σπέιντ, είναι ένας ιδιωτικός Ντεντέκτιβ χωμένος σε ένα σκοτεινό και άνομο περιβάλλον και για να επιβιώσει και να βρει τους ενόχους πρέπει να ελιχθεί επιστρατεύοντας κάθε μέσο. Απειλεί, λέει ψέματα, κάνει κομπίνες, συμφωνίες με τη σκοτεινή πλευρά των πραγμάτων, κλπ, που αν έβλεπαν ο Ντύπεν και ο Σέρλοκ Χολμς θα έχαναν κάθε ιδέα για το μυθιστορηματικό είδος που όρισαν. Ανήκει στου γοητευτικούς ήρωες της Αμερικανικής μαφίας στις αρχές του προηγούμενου αιώνα, που συνυπήρξαν με μοιραίες γυναίκες, που στην αρχή υποδύονταν fame fragile, μέχρι που αποδείχτηκαν fame fatale. Ο Σαμ Σπέιντ, ο Φίλιπ Μάρλοου είναι ήρωες καθάρματα που φλερτάρουν με την παρανομία, που είναι κακό τσιμπούρι για την αστυνομία και που ο εγωισμός τους δεν τους επιτρέπει να δουν τα λάθη τους. Ήρωες που ενσαρκώθηκαν με τον Μπόγκαρντ, το πιο περιζήτητο αρσενικό του ασπρόμαυρού Χόλυγουντ. Ο Μπόγκαρντ έθεσε τα πρότυπα εκείνης της γενιάς. Ο άντρας πρέπει να είναι σκληρός, αλύγιστος, και να μην υποκύπτει στα νάζια μιας γυναίκας. Αρκετά χρόνια αργότερα τα πράγματα άλλαξαν όταν βγήκε στους κινηματογράφους το «Κάτι τρέχει με τη Μαίρη».


Τρίτη, 27 Μαρτίου 2012

μάθημα


Κάποια ασυνήθιστη μέρα ένας δάσκαλος φέρνει ένα πικ απ από το σπίτι και βάζει στην τάξη κλασσική μουσική. Λέει στα παιδιά να ζωγραφίσουν ό,τι νιώθουν. Άλλα ζωγραφίζουν ότι πετούν, άλλα ότι βρίσκονται στη πλάτη ενός ελέφαντα. Κάποια νιώθουν ότι κολυμπούν μαζί με δελφίνια και άλλα ότι δαμάζουν λιοντάρια. Κάποια κάνουν τις πιο όμορφες ζωγραφιές, ενώ κάποια άλλα βαριούνται τη ζωή τους. Σίγουρα, η μέρα στο σχολείο είναι ασυνήθιστη και εξιστορείται καλύτερα από τις λέξεις του Κόλιν Μακ Νάτον και τις ζωγραφιές του Σατόσι Κιταμούρα. Το παραμύθι "μια ασυνήθιστη μέρα στο σχολείο" είχε εκδοθεί από τις εκδόσεις Μεταίχμιο αλλά τείνει από εξαφάνιση και ίσως είναι πιο εύκολο να το βρείτε στην αγγλική έκδοση από το άμαζον ή κάτι τέτοιο.


ένας άλλο δάσκαλος μαθαίνει στα παιδιά τι είναι η dubstep. Εδώ δεν ζωγραφίζει κανείς...

Δευτέρα, 26 Μαρτίου 2012

ειρωνεία

θύελλα


Το κόμικ στην Ελλάδα ήταν πάντα ένας χώρος πολυτάραχος. Όλες οι προσπάθειες εξυγίανσης και προώθησης της 9ης τέχνης έπρεπε να περάσουν τα χίλια κύματα για να επιβιώσουν και συχνά χτυπούσαν σε ύφαλο και έβρισκαν τέλος. Το περιοδικό της Βαβέλ σταμάτησε να κυκλοφορεί και μαζί με αυτό χάθηκε το φεστιβάλ της, ένα από τα πιο ωραία φθινοπωρινά ραντεβού. Η Βαβέλ έγινε το διμηνιαίο MOV που σταμάτησε να κυκλοφορεί από το περασμένο Καλοκαίρι μετά από λίγα τεύχη. Το περιοδικό «Παρά Πέντε» και οι εκδόσεις Ars Longa ανήκουν πλέον στο ξεχασμένο παρελθόν και το εβδομαδιαίο «9» της Ελευθεροτυπίας χάθηκε όπως τόσα άλλα από αυτή τη μάστιγα της οικονομικής κρίσης.Όμως, ως άλλο γαλατικό χωριό που δε λέει να σβήσει από τον χάρτη, υπάρχουν κάποιοι εκδότες που επιμένουν να τοποθετούν στα ράφια των βιβλιοπωλείων αξιόλογες δουλειές της παγκόσμιας αλλά και εγχώριας κόμικ σκηνής. Οι εκδόσεις ΚΨΜ, ο Κορμοράνος, η Jemma Press, οι εκδόσεις Zoobus, και βέβαια οι Εκδόσεις Anubis, μαζί με όποιες προσπάθειες γίνονται από εκδοτικούς οίκους (Πατάκης, Μεταίχμιο, κ.α.) που συμπεριλαμβάνουν περιστασιακά ορισμένες κόμικ επιλογές στο εκδοτικό τους πρόγραμμα, έχουν αναλάβει να συμπληρώνουν το παζλ των βιβλιοπωλείων με τις επιλογές τους από τον αχανή ωκεανό των κόμικ. Έναν ωκεανό που παραμένει ανεξερεύνητος, έναν ωκεανό που θα πλημμυρίσει με τα πολύχρωμα νερά του την Ελληνοαμερικανική Ένωση στη Μασσαλίας από την Παρασκευή 30 Μαρτίου μέχρι την Κυριακή 1η Απριλίου. Η πλημμύρα λέγεται comicdom. Ο εκλεκτός φετινός καλεσμένος είναι ο Μίλο Μανάρα.


Μετά από βόλτα μου στα βιβλιοπωλεία για να βρω κόμικ του Μανάρα έτσι ώστε να του δώσω πολλές σελίδες όταν στηθώ στην ουρά περιμένοντας να υπογράψει και ελπίζοντας να σχεδιάσει κάποια λαχταριστή γκομενάρα που θα είναι μόνο δικιά μου, που θα τη βλέπω μόνο εγώ γυμνή, το μόνο που έβρισκα ήταν το X-Girls (Jemma Press).

Ένοχη απόλαυση όταν ξεφυλλίζεις ένα κόμικ του Μίλο Μανάρα. Οι όμορφες γυναίκες του, οι τέλειες καμπύλες, τα λεπτά, εύθραυστα πρόσωπα, τα μάτια τους όταν σε κοιτούν. Αισθησιασμός, εικόνα που φλερτάρει με την πορνογραφία, που διατηρεί, όμως, μία λεπτότητα, έναν ερωτισμό που μαγνητίζει και ταξιδεύει τον αναγνώστη. Ο Ιταλός σχεδιαστής, που έμαθε να σχεδιάζει δίπλα στον Hugo Pratt, που έμαθε να δίνει μία κινηματογραφικότητα στα κόμικ του δίπλα στον Φριντερίκο Φελίνι, αυτή τη φορά δοκίμασε κάτι καινούριο. Σχεδίασε μια περιπέτεια για τη Marvel με τίτλο «τα κορίτσια το έσκασαν» που κυκλοφόρησε πρόσφατα στα ελληνικά από τις εκδόσεις Jemma. Τα κορίτσια των X-Men, Η Μάρβελ Γκερλ, η Σαϋλοκ, η Έμμα Φροστ, η Ρογκ, η Σάντοουκατ, και οι λοιπές μεταλλαγμένες με τις ζηλευτές υπερδυνάμεις σχεδιάστηκαν από τα πινέλα του Μανάρα για μια ιστορία που συνδυάζει τον ερωτισμό του σχεδιαστή και έναν κυκεώνα δράσης κατευθυνόμενο από τον Chris Claremont, έναν παλαίμαχο σεναριογράφο των X-Men. Οι δυο τους συνεργάστηκαν με τρόπο που μόνο στον θαυμαστό κόσμο των κόμικ συμβαίνει. Χωρίς ποτέ να συναντήσουν προσωπικά ο ένας των άλλον. Απλά, ο Chris Claremont, έκοψε και έραψε ένα σενάριο στα μέτρα του Μανάρα και του το έστειλε. «Ο Κρις είχε την ευγενή καλοσύνη όχι μόνο να μου προτείνει σχεδόν αποκλειστικά γυναικείους χαρακτήρες, αλλά επίσης, κατά τη διάρκεια σχεδόν όλης της ιστορίας, να τους στερήσει τις υπερδυνάμεις τους και τις στολές τους. Οι λάτρεις των κεραυνών και των τηλεκινητικών επιθέσεων πιθανόν να απογοητευτούν, αλλά εγώ εκτίμησα πραγματικά την εξυπνάδα του Κρις: μου επέτρεψε να μπω στο σύμπαν του χωρίς να εγκαταλείψω τελείως το δικό μου» λέει ο Μίλο Μανάρα στην εισαγωγή του βιβλίου. Έτσι οι ηρωίδες της Marvel που πρωταγωνιστούν παρουσιάζονται πιο θελκτικές από ποτέ και, πλέον των υπερδυνάμεών τους, χρησιμοποιούν την ακαταμάχητη γοητεία τους για να ξεφύγουν από τα δεινά που τους επιφυλάσσει το δύσκολο έργο του να είσαι σούπερ-ήρωας.


Σάββατο, 24 Μαρτίου 2012

santa Maradona


Τα πίνω στο Τριφασικό, κάπου χωμένο στο Μεταξουργείο. Μπίρες και ψιλή κουβεντούλα. Με δυο φιγούρες να με κοιτούν. Τη φιγούρα ενός σκύλου και ενός θεού. Ο σκύλος είναι μπροστά σε έναν αυτόματο πωλητή ναρκωτικών. Είναι έργο του Λέανδρου, κομίστας που συστήθηκε στο ευρύ κοινό με το 9 της Ελευθεροτυπίας. Κάθε εβδομάδα περιμέναμε να διαβάσουμε την Χωματερή του (υπάρχει ακόμη στα ράφια των βιβλιοπωλείων σε συλλογική έκδοση από την Ελευθεροτυπία). Κάθε φορά λίγες σελίδες από ένα βασίλειο σκουπιδιών όπου η κυριαρχούσε η παράνοια. Η χωματερή ήταν μια τρελή εκδοχή της παρανοϊκής καθημερινότητας όπου τα μυρμήγκια ήταν μιλιταριστικά στρατιωτάκια, οι γλάροι είχαν βαρεθεί να κυνηγούν ψάρια και την έβγαζαν με τα έτοιμα (τα σκουπίδια), τα ποντίκια βρίσκονταν σε νευρικό κλονισμό, και οι κατσαρίδες είχαν το ρόλο καμικάζι. Όταν ο Λέανδρος σταμάτησε ξαφνικά να δημοσιεύει τη χωματερή, άρχισαν τα γράμματα προς τους συντάκτες του 9. Μα που πήγε; ρωτούσαν όλοι…


Η άλλη φιγούρα στο Τριφασικό είναι ενός θεού με τη μπάλα στα πόδια που εφορμά. Είναι η φιγούρα του Μαραντόνα. Κι όσο στη μουσική υπάρχει το Beatles VS Rolling Stones, στο ποδόσφαιρο υπάρχει το Πελέ VS Μαραντόνα και είναι κάτι περισσότερο από ένα δίλημμα. Είναι, νομίζω, μια οπτική για την αντίληψη των πραγμάτων και του θεμιτού. Επιλέγω Μαραντόνα.Ο Πελέ ήταν ο ωραίος τύπος, ένας δεξιοτέχνης, μία αρτίστα του ποδοσφαίρου. Έπαιζε σαν μπαλαρίνα και ήταν αγαπητός. Εξελίχθηκε σε έναν κομψό τύπο, το μοσχαναθρεμμένο της Fifa. Εκνευριστικά πετυχημένος. Σχεδόν βαρετός. Από την άλλη ο Μαραντόνα ήταν ένας καταραμένος θεός. Ένας Ολύμπιος θεός με πάθη και εγωισμό. Και ήταν σε εκείνο το παιχνίδι με την Αγγλία, στον ημιτελικό του παγκοσμίου κυπέλλου που με τα δύο του γκολ σκιαγράφησε τον πορτρέτο του. Με τα δύο του γκολ μας συστήνεται.Γκολ πρώτο. Ο Μαραντόνα πηδάει, σηκώνει το χέρι, και βάζει γκολ. Ήταν το χέρι του θεού. Το πιο διάσημο παράνομο γκολ από έναν καταζητούμενο ποδοσφαιριστή. Τον Μαραντόνα της ντόπας και των ναρκωτικών. Τον Μαραντόνα των απολαύσεων και της ματαιοδοξίας.Γκολ δεύτερο. Ο Μαραντόνα παίρνει την μπάλα πίσω από την σέντρα και αδειάζει ξεφτιλίζοντας ολόκληρη την αγγλική άμυνα. Ένα εκρηκτικό πηγαίο ταλέντο πέρα από κάθε αμφισβήτηση. Ένας βασιλιάς μπαλαδόρος. Ένας ηγέτης.

Πέμπτη, 22 Μαρτίου 2012

η Άννα δεν υπάρχει πια, την πάτησε το τρένο...


Αυτοκτονία. Ήρωες βιβλίων, δευτερεύοντες και κύριοι, αναζητούν τη λύτρωση με τον πιο εύκολο τρόπο, με τον πιο δύσκολο τρόπο. Αυτοκτονικοί παραλογισμοί που ξεκινούν όταν στερεύουν τα αποθέματα δύναμης, όταν χάνεται η ελπίδα. Τελειώνοντας την Άννα Καρένινα με το αυτοκτονικό τέλος της ηρωίδας, συνειρμικά ήρθαν στο μυαλό μου οι μυθοπλαστικές (;) αυτοχειρίες που έχω συναντήσει διαβάζοντας. Είναι ένα δραματικό κουβάρι χωρίς άκρη, είναι ένα δραματικό κουβάρι με πολλές άκρες.

Στο δεύτερο μέρος της Τριλογίας της Κρίσης του Πέτρου Μάρκαρη με τίτλο Περαίωση μια παρέα συνταξιούχων αυτοκτονεί. Δεν αντέχουν την ειρωνεία της μηδαμινής σύνταξης «ζήστε με αυτά». Οι συνταξιούχοι δεν αντέχουν να ζουν σε μια κοινωνία που τους θεωρεί παράσιτα. Στο ίδιο βιβλίο του Μάρκαρη αυτοκτονούν και νέα παιδιά. Πιασμένα χέρι χέρι στην Ακρόπολη, στο σύμβολο του πολιτισμού, οποία ειρωνεία. Τα νέα παιδιά δεν αντέχουν (σε) μια χώρα που δε τους αφήνει να ονειρεύονται. Να σου χαλάνε το όνειρο κι εσύ να τους αφήνεις; Τραγουδά ο Θανάσης Παπακωνσταντίνου. Ο Μάρκαρης επιμένει με τις αυτοκτονίες. Στο βιβλίο του ο Τσε Αυτοκτόνησε βάζει τα θύματά του να αυτοκτονούν παραδομένα σε έναν serial killer. Θέτουν τέλος μόνοι τους, σκοτώνονται για να μην σκοτωθούν. Ο (όχι και τόσο) βλάκας του Μάρτιν Παζ προσπάθησε να δοκιμάσει την αυτοκτονία ως διέξοδο σε έναν ανόητο κόσμο, όμως, τελευταία στιγμή κώλωσε. Άλλαξε γνώμη επειδή φοβάται τα αίματα και προτίμησε να γίνει βλάκας για να αφομοιωθεί. Αιώνιό μου δίλημμα. Μοναξιά ή Βλακεία; Ο ήρωας του Παζ θα βρεθεί στο club αυτοκτονιών. Σε περίοπτη θέση βρίσκονται δύο πορτρέτα, αυτό της Μερλίν Μονρό και του Έρνεστ Χέμινγουεϊ. Ο συγγραφέας του «ο Γέρος και η Θάλασσα», του γέρου με τα ατελείωτα αποθέματα ζωής - ποιος έχει ανάγκη από τύχη; Θα φτιάξω τη δικιά μου τύχη – έδωσε ο ίδιος τέλος στη ζωή του.

Στο Ίνκαλ, σε ένα μακρινό μέλλον όπου ο κόσμο σαπίζει από την παρακμή και αναζητά έναν νέο μεσσία, ο Μοέμπιους με τον Γιοντορόφσκι , οργανώνουν μαζικές αυτοκτονίες. Ένας έπεσε από ένα κτίριο (άθελά του) και ακολουθεί μια ομαδική βροχή από όσους αμφιταλαντεύονται. Τραγικά αστείο. Στην αρχαιοελληνική τραγωδία του Old Boy ο ηθικός αυτουργός δεν αντέχει την ντροπή, δεν αντέχει τις τύψεις. Και μπαμ! Ο ήρωας του Φίλιπ Ροθ στην ταπείνωση δεν αντέχει την ήττα, δεν αντέχει τη ζωή του που δύει, δεν αντέχει να κοιτάξει το πρόσωπό του στον καθρέφτη για να δει μια αστεία καρικατούρα του παλιού του εαυτού. Η Μαρίνα του Καραγάτση άφησε το πάθος της να την παρασύρει, κατέστρεψε μια οικογένεια, αυτοχρείστηκε καταραμένη και ο γκρεμός δεν ήταν μία αδιέξοδος. Με ένα παρελθόν και ένα παρόν οργασμικά δύσβατο, είδε τον γκρεμό μονόδρομο. Θάνατος σταθερός πέρα από τον έρωτα γράφει ο Μάρκεζ. Στο Θανατάδικο της Άλισον Μπέχτελ η μικρή Άλισον προσπαθεί να ανακαλύψει το λόγο που το φορτηγό έκανε πίτα τον πατέρα της. Ήταν ατύχημα; Ή σκόπιμο; Προσπαθεί αναδρομικά να φέρει στο νου τα αναγνώσματα του πατέρα της και το λογοτενχικό πινγκ πονγκ που οι δυο τους έπαιζαν. Ο μπαμπάς της αρεσκόταν σε έναν κόσμο του υπέροχου Γκάντζμπι και του Σκοτ Φιτζέραλντ και ίσως ο καθωσπρεπισμός μιας μικρής κοινωνίας τον έπνιγε ασφυκτικά. Γιατί διάβαζε με τόση προσήλωση τον ευτυχισμένο θάνατο του Καμύ; Γιατί είχε σε τόσο διακεκριμένη θέση την Άννα Καρένινα; Μήπως επειδή είχαν ίδιο τέλος; Τρένο και φορτηγό, η ίδια λύτρωση. Που θέλω να καταλήξω; Δε θέλω να καταλήξω κάπου. Δε θέλω να καταλήξω. Μου αρέσει πολύ όταν ξημερώνει.

Τρίτη, 20 Μαρτίου 2012

Hugo: ένα βιβλίο, μία ταινία, ένα τραγούδι


Στην εφεύρεση του Ουγκό Καμπρέ,(εκδόσεις Πατάκη) ο Μπράιαν Σέλζνικ λέει στον αναγνώστη «θέλω να φανταστείτε τον εαυτό σας καθισμένο στο σκοτάδι, όπως όταν ξεκινάει μια κινηματογραφική ταινία.» Αυτό κάνω, ξεφυλλίζω το βιβλίο και ανοίγει η αυλαία του κινηματογράφου. Νιώθω να βρίσκομαι σε μια ιδιωτική προβολή. Οι ζωγραφιές του Σελζνίκ, χωρίς λόγια, ξεκινούν την αφήγηση: Το Παρίσι του μεσοπολέμου ζωντανεύει και ακολουθώ την ιστορία ενός μικρού ορφανού αγοριού, του Ουγκό, που κουρδίζει τα ρολόγια στον σιδηροδρομικό σταθμό της γαλλικής πρωτεύουσας. Μετά από διάφορα παιχνίδια της μοίρας, ο Ουγκό γνωρίζει έναν μυστηριώδη παιχνιδοπώλη και ένα εκκεντρικό κορίτσι που λατρεύει τα βιβλία. Η κρυφή ζωή του αγοριού και το πιο πολύτιμο μυστικό του κινδυνεύουν να αποκαλυφθούν. Ο δημιουργός του βιβλίου Μπράιν Σέλζνικ, χτίζει διάφορους γοητευτικούς ήρωες και τους μπερδεύει σε ένα γαϊτανάκι αποκαλύψεων για να πει ένα μεγάλο «ευχαριστώ» στον Ζωρζ Μελιές και τον τρόπο που τον έκανε να ονειρεύεται, με τη μηχανή των ονείρων, τον κινηματογράφο.

Στο βιβλίο ο λόγος και εικόνα συνυπάρχουν με την ίδια βαρύτητα για την επίτευξη αφήγησης. Ο Σέλζνικ, ένας βραβευμένος εικονογράφος, έχει σχεδιάσει σχεδόν το μισό μέρος της πλοκής. Ζωγραφιές και κείμενο μοιράζονται τον ίδιο όγκο από τις περίπου 600 σελίδες του τόμου. Οι ζωγραφιές, με τόση λεπτομέρεια σχεδιασμένες, και με τόσο κινηματογραφικό τρόπο διαδοχικά βαλμένες, θυμίζουν βουβή ταινία που διακόπτεται για να εμφανιστούν τα καρέ με το κείμενο από τα λόγια των ηρώων. Οι ήρωες, τόσο προσφιλείς και τόσο αθώοι. Ερωτευμένοι με το σκοτάδι του κινηματογράφου και τη μυρωδιά των παλιών βιβλίων. Ένας έρωτας που θα τους παραδώσει στις μανίες τους: ο μικρός Ουγκό, ένας εν δυνάμει σινεφίλ, κάποτε ένα σκηνοθέτης (;) γοητεύεται από τον κόσμο των ονείρων που ζωντανεύει μπρος στα μάτια του, στη μεγάλη οθόνη. Η μικρή φίλη του, μία βιβλιοφάγος, μία μελλοντική παθιασμένη αναγνώστρια, μία φιλόδοξη συγγραφέας (;) που της αρέσει να χάνεται πίσω από στοίβες βιβλίων.


Βιβλίο και κινηματογράφος. Τι όμορφος συνδυασμός. Εκεί που τελειώνει το ένα αρχίζει το άλλο. Εκεί που τελειώνει το βιβλίο του Ουγκό, ξεκινά η ταινία του Χιούγκο.

Ο ξεχωριστός τρόπος που επέλεξε να πει «ευχαριστώ» στον Ζωρζ Μελιέ ο συγγραφέας και σχεδιαστής, ενέπνευσε τον Μάρτιν Σκορτσέζε για να κάνει την πρώτη του τρισδιάστατη ταινία. Στην βραβευμένη με πέντε Όσκαρ κινηματογραφική μεταφορά (διακρίσεις στον τομέα της τεχνολογίας κυρίως) ο Σκορτσέζε κόβει και ράβει το βιβλίο του Σέλζνικ, πειράζει λίγο τους ήρωες, (για παράδειγμα προσθέτει έναν κωμικό Επιθεωρητή- Σάσα Μπάρον Κοέν που δεν υπάρχει στο βιβλίο) και το μπολιάζει με αυτούσιες σκηνές από τις ταινίες του Μελιές, χρησιμοποιώντας, πάντα, την σύγχρονη τρισδιάστατη τεχνολογία. Το αποτέλεσμα: Ένα παραμυθένιο ταξίδι στις απαρχές του κινηματογράφου. Πόσο οξύμωρο φαντάζει, όμως, το ότι ο Σκορτσέζε χρησιμοποίησε τη σύγχρονη τρισδιάστατη τεχνολογία (χωρίς να πλησιάσει το Άβαταρ) για να μας θυμίσει πόσο όμορφη και γοητευτική ήταν η απλότητα των πρώτων κινηματογραφικών ταινιών.

Και μπορεί η μουσική της ταινίας να στριφογυρίζει γύρω από την Jazz και το Swing του μεσοπολέμου, διαβάζοντας το βιβλίο και βλέποντας την ταινία, στο soundtrack του μυαλού μου ήταν οι Smashing Pumpkins. Παράλογο θα πει κανείς, μα ήταν το Tonight, Tonight (από το Mellon Collie and the Infinite Sadness του 1995) το τραγούδι που σιγοψιθύριζα στον Ουγκό. Με το βιντεοκλίπ του Tonight, ο Billy Corgan και η παρέα του με είχαν τότε ταξιδέψει πρώτοι στον κόσμο του Μελιές. Με είχαν πάει στο χαμογελαστό φεγγάρι για να αντιμετωπίσω εξωγήινους με όπλο μια ομπρέλα, με είχαν βυθίσει στην πυθμένα τις θάλασσας για να συναντήσω γοργόνες και είχα σωθεί από ένα πλοίο που έτυχε να περνάει. Το πλοίο λεγόταν S.S. Mellies.

Κυριακή, 18 Μαρτίου 2012

no more moebius



Ο πατέρας του Υπολοχαγού Μπλούμπερι, Jean Giraud, ή Moebius όπως τον γνώριζαν οι περισσότεροι, έφυγε από τη ζωή στο Παρίσι σε ηλικία 73 ετών μετά από μακρά ασθένεια αφήνοντας πίσω του ένα σπουδαίο έργο στο χώρο των κόμικ, αλλά και της επιστημονικής φαντασίας.
Ο μικρός Ζαν Ζιρό επιδεικνύοντας το ταλέντο του από την παιδική του ηλικία, όταν σχεδίαζε ακατάπαυστα καουμπόηδες και ινδιάνους, σπούδασε στη Σχολή Εφαρμοσμένων Τεχνών. Τα πρώτα του σχέδια που δημοσιεύτηκαν ήταν για τη διαφήμιση και τη μόδα, ήταν όμως οι εικονογραφημένες ιστορίες που τον γοήτευσαν και που θέλησε να γοητεύσει.
Επιστρέφοντας από τον πόλεμο της Αλγερίας, δημοσίευσε μια σειρά γουέστερν στο περιοδικό "Spirou", μετά στο "Pilote" και στη συνέχεια ξεκινά τις περιπέτειες του υπολοχαγού Μπλούμπερι, ενός από τους πρώτους αντί-ήρωες στο χώρο του γουέστερν κόμικ, που του χάρισαν φήμη.

Ο Giraud χρησιμοποίησε για πρώτη φορά το όνομα Moebius το 1963 για μια σειρά μικρών ιστοριών που εκδόθηκαν από το περιοδικό Hara-Kiri. Ο τρόπος που ο δημιουργός άλλαζε το όνομά του - υπέγραφε άλλοτε ως Jean Giraud, άλλοτε ως Moebius, αλλά και ως Gir - το αποδίδει στην μπερδεμένη και δύσκολη παιδική ηλικία που του άφησε ο άσχημος χωρισμός των γονιών του.
Στα χρόνια που ακολούθησαν ο Moebius έγινε παγκοσμίως γνωστός χάρη στην ξεχωριστή καλλιτεχνική του τεχνοτροπία και τη δουλειά του πάνω στην επιστημονική φαντασία. Στα έργα του πάντρευε την ρεαλιστική αφήγηση του Ερζέ (Τεν Τεν) με τον φουτουρισμό του Φίλιπ Ντικ. Ενέπνευσε και επηρέασε το χώρο της επιστημονικής φαντασίας και συγκεκριμένα καλλιέργησε ένα είδος που χαρακτηρίζεται με τον όρο κυβερνοπάνκ (λογοτεχνικό και κινηματογραφικό είδος που άνθισε από τις αρχές του 70 μέχρι τα τέλη του 80 με αναφορές στον υπόκοσμο της υψηλής τεχνολογίας του άμεσου μέλλοντος, σε δολοπλοκίες που αφορούν προϊόντα πληροφορικής, τηλεπικοινωνιών και γενετικής, συνήθως σε περιβάλλον δυστοπικό και σκοτεινό με πολλές κοινωνικές διαφορές.) Υπήρξε συνιδρυτής των εκδόσεων Les Humanoïdes Associés και του περιοδικού Métal Hurlant, το οποίο τελικά θα αποτελέσει έναν από τους σημαντικότερους σταθμούς για τα κόμικ φαντασίας και τρόμου, και αργότερα θα εκδοθεί και στην Αμερική ως Heavy Metal.

Η συνάντηση και η συνεργασία του Moebius με τον Alejandro Jodorowsky υπήρξε κομβικό σημείο για την εξέλιξη των κόμικ και της επιστημονικής φαντασίας γενικότερα. Τα δύο δημιουργικά τέρατα επινόησαν το Ίνκαλ (Είχε κυκλοφορήσει τη δεκαετία του 90 στα ελληνικά από τις εκδόσεις Μαμούθκόμιξ, αλλά υπάρχει σε συλλογική έκδοση στα αγγλικά.) Πρόκειται για ένα από τα σπουδαιότερα έργα επιστημονικής φαντασίας στα κόμικ, που ενέπνευσε τον Λικ Μπεσόν να κάνει το Πέμπτο Στοιχείο, και είναι η πρώτη ιστορία που διαδραματίζεται στο Jodoverse, το αχανές σύμπαν που γέννησε το μυαλό του Jodorowsky. (Θα ακολουθήσει το έπος των Μεταβαρόνων, αυτή τη φορά με τα σχέδια του Juan Giménez). Από τότε ο Moebius και ο Jodorowsky χαρακτηρίστηκαν ως αυθεντίες της επιστημονικής φαντασίας και κλήθηκαν να βοηθήσουν στη δημιουργία πολλών γνωστών ταινιών αυτού του είδους, όπως το Dune, το Alien, το Masters of the Universe και το Tron. Ο δημιουργός του πολέμου των άστρων, Τζορτζ Λούκας, έχει δηλώσει «εντωπωσιασμένος αλλά και επηρεασμένος από την ιδιαίτερη αίσθηση του σχεδιασμού του και τον διακριτικό τρόπο με τον οποίο απεικονίζει το φανταστικό»